Nikolas Koutsodontis, Greece


Nikolas Koutsodontis, GREECE


The Poems


The living thing that frightened
the sleep of my first decade
walked with immense stature
on the rocks over my grandmother’s house.
It was bleak with hairy arms
and a desire to see me dead.

Shady despite the light of the streets above
with its smile filled with ready teeth
it was just a village marten
and all this for one time when it came
and ate our hens
sneakily in the winter.

So, a simple marten.

If you see it walking around
in your nightmares
shove it deep in the earth
before its nails pull you from your sheets
stark naked and rosy
like dead hens.

(translation: Lena Kallergi)


Το ζωντανό που φόβιζε
της πρώτης μου δεκαετίας τον ύπνο
βάδιζε μ’ ανάστημα θεόρατο
στα βράχια πάνω απ’ της γιαγιάς το σπίτι.
Ήτανε ζοφερό, με μπράτσα τριχωτά
και μια λαχτάρα να με δει νεκρό.

Σκιερό παρά το φως των πάνω δρόμων,
με το χαμόγελο γεμάτο δόντια έτοιμα
ήταν απλά ένα κουνάβι του χωριού
και όλ’ αυτά για μια φορά που μπήκε
κι έφαγε τις κότες μας
ύπουλα τον χειμώνα.

Το λοιπόν ένα κουνάβι απλό.

Άμα το δείτε να γυρνά
στους εφιάλτες σας κι εσείς
πατήστε το βαθιά στη γης
βαθιά- βαθιά
πριν σας τραβήξει με τα νύχια απ’ τα σεντόνια
ολόγυμνους και ροδαλούς
σαν ψόφιες κότες.



Between the avenue in the living room
and the little country road to the bathroom
shadows die in pileup with my chest.

When I caressed the illuminated city of your hair
with your head a jancaea plant
in its steep rock
we displayed our verses like the broken faucet to the plumber.
Your mouth a teaching room with open windows
the eyes two male lakes
with corpses of cars

we forgot tomorrow when your father arrives
with the bells that fall
in the heat of November
a smooth sound I dare say it is
like a shaved cheek.

(translation: Lena Kallergi)


Μεταξύ της λεωφόρου στο σαλόνι
και του επαρχιακού δρομίσκου ως το μπάνιο
σκιές πεθαίνουν σε τροχαία με το στήθος μου.

Όταν τη φωταγωγημένη πόλη των μαλλιών σου χάιδευα
με το κεφάλι σου γιάνκεα
στον απόκρημνό της βράχο
δείχναμε τους στίχους μας σαν τη χαλασμένη βρύση
στον υδραυλικό.
Το στόμα σου μια αίθουσα διδασκαλίας με ανοιχτά παράθυρα
δυο λίμνες αντρικές τα μάτια
με κουφάρια αυτοκινήτων

ξεχάσαμε πως αύριο που φτάνει ο πατέρας σου
με τις καμπάνες που στη ζέστη
του Νοέμβρη πέφτουν
λείος ήχος όμοιος θαρρώ
με ξυρισμένο μάγουλο.

The Poet

Ο Νικόλας Κουτσοδόντης γεννήθηκε το 1987. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Έχει εκδόσει δύο ποιητικές συλλογές: Χαλκομανία (Εντύποις, 2017) και Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι (Θράκα, 2021).