Eleni Sigalou | Greece


The house grew on the rock.
Aged it was bent to the bone
one night when it blew
from his father’s generation.

For years the floor was solid
but now invisibly expands
as the wood is swollen with oblivion.
In the apnea of the deep
half-closed windows sink
the gaze once stabbing
in adolescent memory.

The mother laid the clothes in the void
and then spread wings to catch them.
We often searched for her for days
after she had dyed her cloud white.

The crack of the boards grew larger
the father slipped quietly into the night.
The hours were buzzing like a hungry bee.
Now weed silence the walls
is tanning.

Only the grandmother in the corner
lies awake
to offer to the winds
the almond-shaped tales of youth.


Το σπίτι φύτρωσε στο βράχο.
Γερμένο λύγισε συθέμελα
μια νύχτα όταν φυσούσε
απ’ του πατέρα τη γενιά.

Χρόνια το πάτωμα γερό
μα τώρα αδιόρατα διαστέλλεται
καθώς του ξύλου φούσκωσε η λήθη.
Στην άπνοια του βυθού
μισόκλειστα παράθυρα βουλιάζουν
το βλέμμα κάποτε καρφώνοντας
σ’ έφηβη μνήμη.

Η μάννα άπλωνε τα ρούχα στο κενό
κι έπειτα άνοιγε φτερούγες να τα πιάσει.
Συχνά την ψάχναμε ημέρες
αφού λευκό βαφόταν σύννεφο.

Μεγάλωνε η ρωγμή απ’ τα σανίδια
γλιστρούσε ήσυχα στη νύχτα ο πατέρας.
Βούιζαν οι ώρες μελίσσι πεινασμένο.
Τώρα αγριόχορτο σιωπή τους τοίχους

Μόνο η γιαγιά στην κόχη
για να φιλεύει τους ανέμους
μυγδαλωτά της νιότης παραμύθια.


Banished the body from your land
thinks of distant places to roam
tramp sun drying your wound
and thou with the sea refilling it.

In the nights you will tread in wild silence
the inconsolable wind blowing
in the days you will seek unripe gold
to wear on your skin to burn you.

On paths you will carve your cliff
you’ll dig rocks with your gaze full of lava
you’ll be late. May your return not come near.
And the sails forgotten black again.

The rain breaks the glass and scratches you.
You’re thrown into the wave. Αcross the way dawns


Εξορισμένο το κορμί από τη γη σου
σκέφτεται τόπους μακρινούς να σεργιανίζεις
αλήτης ήλιος να στεγνώνει την πληγή σου
κι εσύ με θάλασσα να την ξαναγεμίζεις.

Τις νύχτες άγρια σιωπή θα ημερεύεις
απαρηγόρητος ο άνεμος να πνέει
τις μέρες άγουρο χρυσάφι θα γυρεύεις
να το φοράς πάνω στο δέρμα να σε καίει.

Σε μονοπάτια θα λαξεύεις τον γκρεμό σου
θα σκάβεις βράχους με το βλέμμα όλο λάβρα
θ’ αργοπορείς. Να μη ζυγώνει ο γυρισμός σου.
Και τα πανιά λησμονημένα πάλι μαύρα.

Σπάζει το τζάμι η βροχή και σε γραπώνει.
Στο κύμα ρίχνεσαι. Αντίκρυ ξημερώνει