Giorgos Kozias | Greece


And if we mated in forbidden beds
If in a state of rupture we succumbed
to debauchery, to impudence

If we foolishly pretended
on weak flesh
we promised wedding wreaths
and engagements
or we unjustly humiliated lovers

Now that we have lost the battle
On foot we return
Attractive as well as inglorious
probably looking for a miracle

We lack of acknowledgement…
we’re not the first
nor the last
romantic and so young

We pay the Fate so as to have
leftovers of another Waterloo.


Κι ἂν ἀγαπηθήκαμε σὲ ἄνομα κρεβάτια
ἂν σὲ στιγμὲς παραφορᾶς δοθήκαμε
στὴν ἀσωτία, στὴν ἀναίδεια

Ἂν ἀνοήτως ὑποκριθήκαμε
σὲ σάρκες ἀδύναμες
τάξαμε στέφανα κι ἀρραβῶνες
ἢ ταπεινώσαμε ἄδικα ἐραστές

Τώρα ποὺ χάσαμε τὴν μάχη
πεζοὶ ἐπιστρέφουμε
ὡραῖοι κι ἄδοξοι ἀντάμα
ψάχνουμε ἴσως κάποιο θαῦμα

Ἡ καθιέρωσις μᾶς λείπει…
Δὲν εἴμαστε οἱ πρῶτοι
μήτε οἱ τελευταῖοι
ρομαντικοὶ καὶ τόσο νέοι

Πληρώνουμε τὴν Μοίρα γιὰ νὰ ἔχει
ἀπομεινάρια σὲ ἕνα ἀκόμα Βατερλώ.


The cities die out, they are defeated
attractive teenagers and nations.
They are declared innocent,
they have gone missing young girls in love.

Those who escaped, idols which are broken,
they persistently remember
and long for red lips,
two blue eyes
along with the eyelashes,
the tender cheeks of a damsel.

Body in sin you triumph,
I want to forget you,
but I cannot.

And you mouth, luscious,
that I kissed a thousand times,
Carmen, Maria, Dolores
with so much passion, with so much pleasure

how infinite the abyss that separates us
what naked justice unites us?

Like a Boeing 777
flies the flesh and crashes.
What fusillades, what festivities?

And the spirit in the form of a dove
dives low, eating his Existence.

(Fighting Under a Shadow… Elegy and Satires, Perispomeni, 2017)


Χάνονται οἱ πόλεις, τσακίζονται
ὡραῖοι ἔφηβοι καὶ ἔθνη .
Ἐπικηρύσσονται ἀθῶοι,
ἀγνοοῦνται ἐρωτευμένα κοριτσάκια.

Ὅσοι ἀπέδρασαν, εἴδωλα σπασμένα,
θυμοῦνται ἐπίμονα
καὶ νοσταλγοῦν χείλη ἐρυθρά,
δυὸ γαλανοὺς ὀφθαλμοὺς
μετὰ βλεφάρων,
τὶς τρυφερὲς παρειὲς νεάνιδος.

Σῶμα στὴν ἁμαρτία θριαμβεύεις,
ἐπιθυμῶ νὰ σὲ ξεχάσω,
μὰ δὲν δύναμαι.

Καὶ ἐσὺ στόμα, γλυκύτατο,
ποὺ φίλησα χίλιες φορές,
Κάρμεν, Μαρία, Ντολόρες
μὲ τόσον πάθος, μὲ τόσην ἡδονή

πόση ἄπειρη ἄβυσσος μᾶς ξεχωρίζει
ποιά γυμνὴ δικαιοσύνη μᾶς ἑνώνει;

Σὰν Boeing 777
πετάει ἡ σάρκα καὶ συντρίβεται.
Τί ὁμοβροντίες, τί πανηγυρικοί;

Καὶ τὸ πνεῦμα ἐν εἴδει περιστερᾶς
βουτάει χαμηλὰ τρώγοντας τὴν Ὕπαρξή του.