Nikos Katsalidas | Greece

Τhe Double

A tree i am, a shady tree, a hard trunk, a pregnant womb within me is
always swollen in summers and winters. Some are the twigs that struggle
in the wind and endure, some are the twigs that crack in the nights and
jolt my trunk, some are my sleeping buds. I creak all over caught by my
roots on the rocks in the tornadoes and beat the weeping. I tremble at the
squeaks of the sleeping eyes scratching and tickling, my sap circulates,
the skin softens, they slip away like the helpless birds where they emerge
from their shell and take to flight.

Athens, May 2020



Ένα δεντρί είμαι, ένα δέντρο σκιερό, σκληρός κορμός, μία εγκυμονούσα

μήτρα εντός μου είναι πάντα φουσκωμένη καλοκαίρια και χειμώνες.
Άλλα είναι τα κλωνάρια που παλεύουν στον αέρα και αντέχουν, άλλα
που τσακίζονται τις νύχτες και τραντάζεται ο κορμός μου, άλλοι είναι οι
κοιμώμενοι οφθαλμοί μου. Τρίζω σύγκορμα πιασμένος απ’ τις ρίζες μου
στα βράχια στους ανεμοστρόβιλους και δέρνονται οι κλάρες. Τρέμω στα
τριξίματα των κοιμωμένων οφθαλμών που ξύνονται και γαργαλίζομαι,
κυκλοφορεί ο χυμός μου, μαλακώνει η φλούδα, ξεμυτίζουνε σαν τα αβρά
πουλάκια όπου βγαίνουνε από το τσόφλι τους και παίρνουν να πετάξουν.
Αθήνα, Μάης 2020

The Scarf

To Yannis Kontos

I am a city boy, he says, away from blackbirds and trees. Friend John,

I say, leave the blackbirds and the trees to me, let’s at least do something
good for our mulberry trees. You don’t see them pruned and stumped,
bodies decapitated, they will soon wake up, the sleeping buds will bloom,
take off your curled up scarf of tree shrub winter summer scarf around
your neck, untwist it to wrap them. But, he says, these are not mulberry
trees on the sidewalks, they are decapitated statues, and they have no
neck to wrap a tree plant over my scarf. They’ll be snatched up by the
north winds and carried around in the city sky in a shirttail. And then I
can’t get my neck out. Winter has trawled yet, I’m not a mulberry stump
and not a decapitated statue, I have both a head and a neck and for where
I’ve moved, it’s limited the cold, it stings. And I’m not learned. Better
with a scarf in winter summer, than with a naked neck of a bare-necked
ferruginous turtle.
Athens, January 2014
Στον Γιάννη Κοντό
Παιδί της πόλης, είμαι, λέει, μακριά από κοτσύφια κι από δέντρα. Φίλε
Γιάννη, λέω, άσε τα σε μένα τα κοτσύφια και τα δέντρα, κάμε ένα καλό
κι εσύ τουλάχιστον για τις μουριές μας. Δεν τις βλέπεις κλαδεμένες και
κουτσουρεμένες, κορμιά αποκεφαλισμένα, θα ξυπνήσουν σύντομα, οι
κοιμώμενοι οφθαλμοί θ’ ανθοφορήσουν, βγάλε το κουλουριασμένο σου
κασκόλ φιδοπουκάμισο δεντρογαλιάς χειμώνα καλοκαίρι στο λαιμό σου,
ξεκουλούριασε το για να τις τυλίξεις. Μα, δεν είναι, λέει, αυτές μουριές
στα πεζοδρόμια, είναι αποκεφαλισμένοι ανδριάντες και δεν έχουνε λαιμό
να κουλουριαστεί δεντρογαλιά απάνω το κασκόλ μου. Θα τ’ αρπάξουν
βοριάδες να το γυροφέρνουνε φιδοπουκάμισο στον ουρανό της πόλης. Κι
ύστερα δε γίνεται να ξεκουλουριάσω το λαιμό. Ο χειμώνας έχει τράτο
ακόμα, δεν είμαι μουριά κουτσουρεμένη κι ούτε ένας αποκεφαλισμένος
ανδριάντας, έχω και κεφάλι και λαιμό και για εκεί που κίνησα, περιόρισε
το κρύο, τσούζει. Και δεν είμαι μαθημένος. Κάλιο με κασκόλ χειμώνα
καλοκαίρι, παρά με λαιμό γυμνό φερέοικη χελώνα.
Αθήνα, Γενάρης 2014

(Το ξύπνημα των κοιμωμένων οφθαλμών, εκδόσεις Νίκας, 2020)