Spyros Goulas | Greece

“Correspondence” At night the train passes by and some stations are -you know- empty no one is getting on and you drag them stitched on the temples like beads and if the beads crack like frosted glass without meaning the hat is still funny no matter how you wear it and if you whistle to pause to burn to unpick the stations to brake somewhere with a bit of light you don’t stop and how could you when you are validated for the terminal? “Ανταπόκριση” Τη νύχτα το τρένο περνά και κάποιοι σταθμοί είναι –ξέρεις– άδειοι δεν ανεβαίνει κανείς κι εσύ τους σέρνεις ραμμένους στους κροτάφους σαν χάντρες και αν ραγίσουν οι χάντρες σαν γυαλί θαμπό χωρίς νόημα το καπέλο παραμένει αστείο όπως και να το φοράς και αν σφυράς για στάση καύση ξήλωμα σταθμών κάπου με λίγο φως να σε φρενάρεις δεν σταματάς και πώς να σταματήσεις όταν είσαι τρυπημένος για τέρμα; “snafu” Βουίζω ανάσκελα πλάι στα σκαθάρια η γάτα ξεκοιλιάζει τα αλεξανδρινά σφήκες βαφτίζουν το κεντρί στ’ απόνερα της βρύσης. Σπαρμένη η αυλή αντίκτυπο και προδοσία και ο έρμος ο τοίχος που τρία καλοκαίρια στη σειρά ψευδίζει τον σοβά του πήρε να γέρνει τόσο που σκιάζει τα φυτά. Μονάχα ο κάκτος συνθηκολογεί και ανθίζει επιτέλους μα πώς να τον εμπιστευτώ που έναν χρόνο με τσιμπάει; Φόρα τα αγκάθια σου σφιχτά τα κοίλα κρύψε γιατί γυρνώ απ’ την καλή και άι σιχτίρ με τις εκεχειρίες. “snafu” On my back, buzzing next to the beetles the cat disembowels the poinsettias wasps baptize their needles in the faucet’s puddle this yard is sown with impact and treachery and the good ol’ wall that for three straight summers was lisping to its plaster is now leaning so much that shadows the flowers. Only the cactus makes a treaty and finally blooms but how could I trust it, when it’s been stinging me for a year? Wear your needles tight hide your hollows for I am standing up and piss off with truces