Νυχτερινή Αλκμήνη
Η Αλκμήνη έβγαλε
το μεσοφόρι της
στο σκοτεινό δωμάτιο
η λευκή μουσελίνα
κυμάτιζε
λαμπύριζαν
οι πτυχές
από το παράθυρο
τα «επέπρωτο» της νύχτας
φυσούσαν
μέσα στο σώμα της
ο άγγελος
κι ο στρατιώτης
βογκούσαν σιγανά
μια αργή επιθυμία
να φουντώνει μέσα της
κι ένα φεγγάρι πορτοκαλί
καρφιτσωμένο στον ουρανό
Η τσιγγάνα
θα τραβήξει
το φεγγάρι μ ’ένα σπάγκο
για να κατέβει στο δωμάτιο
ένα ποτάμι ασπαίρει ανάμεσα στα πόδια της
πλέουν τα μάτια της Αλκμήνης
πλέει η μαρμαρυγή
Η Αλκμήνη δυο ασίγαστα μάτια
Τα μάτια της λάβα που καίει
Τα μάτια της δυο άσπρα φτερά
Τα μάτια της το σκούρο δωμάτιο
Το δωμάτιο- βεγγαλικό η νυχτερινή Αλκμήνη
Η νυχτερινή Αλκμήνη
Κεκρυμμένοι εμείς
Nocturnal Alcmene
Alcmene removed
her petticoat
in the dark room
the white muslin
undulated
its folds
glimmered
from the window
night’s destinies
were blowing
within her body
the angel
and the soldier
were quietly groaning
a slow longing
welling up within her
and an orange moon
pinned in the sky
The gypsy woman
will pull
the moon with a string
so it descends into the room
a river writhes between her legs
Alcmene’s eyes float
the shimmer floats
Alcmene two unquenchable eyes
Her eyes burning lava
Her eyes two white feathers
Her eyes the dark room
The room- firework nocturnal Alcmene
Nocturnal Alcmene
And we concealed
Mετάφραση στα αγγλικά από David Connollly




