Leonidas Sombolos | Greece

Τυφλός ορίζοντας

Κάποτε θα ονειρευτώ ένα ζωντανό φθινόπωρο
γεμάτο αναίμακτους αστερισμούς και σιωπή.
Όπως εκείνη όταν προσεύχεσαι κρυφά από τον θεό.
Στο πατρικό μας σπίτι θα γεννηθούμε εγώ και ο αδελφός μου
και κανείς δεν θα μπορεί να μας βγάλει στο δρόμο.
Το μέλλον θα αργεί πολύ
και στον προθάλαμο δεν θα υπάρχουν επισκέπτες.
Κάποτε θα περιμένω το αστικό να κατέβεις
δίχως να ντρέπομαι που με αγάπησες
και όταν λείπω θα με αντικαθιστά το νερό.
Θα φέρνω ενθύμια από το μέλλον
χωρίς να ρωτάει κανείς που κοιμάμαι τα βράδια
και όταν δεν θα έχω πια τι άλλο να ζήσω
όλα θα γίνονται άξαφνα όμορφα.
Τη νύχτα κάτω από μαξιλάρι μου θα κρύβω τα κλειδιά για την τρέλα
από τις μακρινές σιωπές θα περιμένω να έρθουν οι φίλοι για φαί
και το πρωί οι τσέπες μου θα είναι γεμάτες μου ψίχουλα
από το χθεσινό τραπέζι.
Με αίμα θα σημαδέψω τις πόρτες των φτωχών
όσων δεν είχανε να σφάξουν αμνό και εγκαταλείφθηκαν.
Και ίσως πιάσω κάποτε δουλειά,
μπαλωματής ψυχών ή ξεναγός στο άσυλο των παγετώνων.
Προς το παρόν ασκούμε στις πτωχεύσεις
και στα διαλείμματα στέκομαι στο παράθυρο
προσπαθώντας μάταια να δω το βάθος του ορίζοντα.
Γιατί η ζωή μου είναι τυφλή από το βάρος όσων δεν είδε.

Blind Horizon

Someday I shall dream of a living autumn,
filled with bloodless constellations and silence.
The kind of silence when you pray, hidden from God.
In our paternal home, my brother and I will be born,
and no one will ever cast us out into the street.
The future will be a long time coming,
and no visitors will wait in the foyer.
Someday I will wait for the bus to watch you step down,
unashamed that you once loved me,
and whenever I am absent, water will take my place.
I will bring back souvenirs from the future,
with no one asking where I lay my head at night,
and when I have nothing left to live through,
everything will suddenly turn beautiful.
At night, beneath my pillow, I’ll hide the keys to madness;
from distant silences, I’ll wait for friends to come for supper,
and in the morning my pockets will be spilling with crumbs
from yesterday’s table.
With blood I shall mark the doors of the poor,
of those who had no lamb to slaughter and were left behind.
And perhaps someday I’ll find a job—
a cobbler of souls, or a guide in the asylum of glaciers.
For now, I practice bankruptcies,
and during the breaks I stand by the window,
trying in vain to see the depth of the horizon.
For my life is blind, from the heavy weight of all it never saw

Βιογραφικό Λεωνίδας Σόμπολος