Miguel-Angel Zapata, Peru


Miguel-Angel Zapata, Peru


The Poems


I’m going to build a window in the middle of the street in order to not feel lonely. I will
plant a tree in the middle of the street, and it will grow to the astonishment of the
passersby. I’ll raise birds that will never flit to other trees, and they will remain perched
and chirping to the surrounding noise and general disinterest. I’ll grow an ocean framed
within the window. But this time I won’t grow tired of its waters, and the seagulls will
circle high above my head. There will be a bed and sofa beneath the trees so that the
flame will have a rest from the waves.

I’m going to build a window in the middle of the street in order to not feel lonely. That
way I will be able to see the sky and the people that pass by without speaking to me,
just like those vultures of death that fly but are unable to rip out my heart. This window
will illumine my loneliness. I might even open another window from the middle of the
sea then see the horizon shimmer like a firefly with crystal wings. The world would be
far away, across the sands, over there, where loneliness and memories exist. Anyway,
it’s inevitable that I build a window, especially now that I no longer write or walk
beneath the desert pines, even though today seems to be suited for the discovery of
unfathomable lands.

I’m going to build a window in the middle of the street. How absurd, they’ll tell me, a
window so that people pass by and stare at you as if you were a madman who wants to
see both the sky and a candle flickering behind the curtains. Baudelaire was correct; the
one who looks outside from an open window sees less than the one who sees a shut
window. Because of this, I have shut my windows and have run out into the street, in
order to not see myself illumined by the shadow.

(Translation: Anthony Seidman)



Θα χτίσω ένα παράθυρο στη μέση του δρόμου για να μην αισθάνομαι μόνος. Θα
φυτέψω ένα δέντρο στη μέση του δρόμου, και θα μεγαλώσει κάτω από την έκπληξη
των περαστικών˙ θα μεγαλώσω πουλιά που ποτέ δεν θα πετάξουν σε άλλα δέντρα,
και θα μείνουν για να τραγουδάνε εκεί στη μέση του θορύβου και της αδιαφορίας. Θα
μεγαλώσει ένας ωκεανός στο παράθυρο. Όμως αυτή τη φορά δεν θα βαρεθώ από τις
θάλασσες του, και οι γλάροι θα ξαναπετάξουν σε κύκλους πάνω από το κεφάλι μου.
Θα υπάρχει ένα κρεβάτι και ένας καναπές κάτω από τα δέντρα για να ξεκουράζω τη
φλόγα από τα κύματά τους.

Θα χτίσω ένα παράθυρο στη μέση του δρόμου για να μην αισθάνομαι μόνος. Έτσι θα
μπορώ να βλέπω τον ουρανό και τους ανθρώπους που περνάνε χωρίς να μου μιλάνε,
και εκείνα τα κοράκια του θανάτου που πετάνε χωρίς να μπορούν να μου ξεριζώσουν
την καρδιά. Αυτό το παράθυρο θα φωτίζει τη μοναξιά μου. Θα μπορούσα επίσης να
ανοίξω άλλο ένα στη μέση της θάλασσας, και μόνο θα αγνάντευα τον ορίζοντα σαν
μια νυχτερίδα με τα φτερά της από κρύσταλλο. Ο κόσμος θα έμενε μακριά στην άλλη
πλευρά της άμμου, εκεί όπου ζει η μοναξιά και η μνήμη. Σε κάθε περίπτωση είναι
αναπόφευκτο να χτίσω ένα παράθυρο, και κυρίως τώρα που πια δεν γράφω ούτε
βγαίνω για να περπατήσω όπως πριν κάτω από τα πεύκα της ερήμου, έστω και αν
αυτή η ημέρα φαίνεται ευνοϊκή για να ανακαλύψει κανείς τα ανεξερεύνητα εδάφη.

Θα χτίσω ένα παράθυρο στη μέση του δρόμου. Πήγαινε παράλογε άνθρωπε, θα μου
πουν, ένα παράθυρο στη μέση του δρόμου για να περνάνε οι άνθρωποι και να σε
βλέπουν σαν να ήσουν ένας τρελός που θέλει να βλέπει τον ουρανό και ένα αναμμένο
κερί πίσω από την κουρτίνα. Ο Μπωντλαίρ είχε δίκιο: Αυτός που βλέπει από έξω
διαμέσου ενός ανοικτού παραθύρου δεν βλέπει τόσα όσο εκείνος που βλέπει ένα
κλειστό παράθυρο. Γι’ αυτό έκλεισα τα παράθυρα και βγήκα τρέχοντας στο δρόμο
για να μην με αντικρύσω φωτισμένο από τη σκιά.

(Μετάφραση: Ιωάννης Κανάκης/Ioannis Kanakis)



Voy a construir una ventana en medio de la calle para no sentirme solo. Plantaré un árbol
en medio de la calle, y crecerá ante el asombro de los paseantes: criaré pájaros que nunca
volarán a otros árboles, y se quedarán a cantar ahí en medio del ruido y la indiferencia.
Crecerá un océano en la ventana. Pero esta vez no me aburriré de sus mares, y las
gaviotas volverán a volar en círculos sobre mi cabeza. Habrá una cama y un sofá debajo
de los árboles para que descanse la lumbre de sus olas.

Voy a construir una ventana en medio de la calle para no sentirme solo. Así podré ver el
cielo y la gente que pasa sin hablarme, y aquellos buitres de la muerte que vuelan sin
poder sacarme el corazón. Esta ventana alumbrará mi soledad. Podría inclusive abrir otra
en medio del mar, y solo vería el horizonte como una luciérnaga con sus alas de cristal.
El mundo quedaría lejos al otro lado de la arena, allá donde vive la soledad y la memoria.
De cualquier manera es inevitable que construya una ventana, y sobre todo ahora que ya
no escribo ni salgo a caminar como antes bajo los pinos del desierto, aun cuando este
día parece propicio para descubrir los terrenos insondables.

Voy a construir una ventana en medio de la calle. Vaya absurdo, me dirán, una ventana
para que la gente pase y te mire como si fueras un demente que quiere ver el cielo y una
vela encendida detrás de la cortina. Baudelaire tenía razón: el que mira desde afuera a
través de una ventana abierta no ve tanto como el que mira una ventana cerrada. Por eso
he cerrado mis ventanas y he salido a la calle corriendo para no verme alumbrado por la

* * *


I travel in a train watching the Mediterranean Sea.

The view’s a true delight.

The world starts here; angels bathe in the foaming sea.

The seashell advances to the summit without struggling.

A chorus of stones sings to us in the train-car and roses lift
their blue suits in order to see the bottomless ocean.

In the train, there’s my poor silence.

I always return with too many books in my bag, postcards,
and the scar of time.

I have been in various trains, but this one’s the most beautiful.

There’s no one, only a television that doesn’t watch me and
a moon that isn’t felt.

The sea’s naked; it’s my road.

The pack is far from me, and the air cleanses me with the
horizon’s threads.

There’s no one here; my eyes a magnifying glass that slips
away beneath the pines growing in the sea.

I have never seen such beautiful pines, tall and serene,
they navigate towards another whiteness.

Here there are no trees to fell, only eyelids that slip past
the captivity of the rocks.
Here, the buried stones sing, the dead who remember
The large boats lost at high sea.

I don’t speak of the rose that floats, but the rose that hears
the water. The rose that is blue, and is the crack, the lance,
and the cord of the sky.
The sky watches us, and writes us; we don’t have to tell it
a thing.

The sky has flowers and speaks in another way:
its fragrance comes from the nets of islands,
the mist that radiates the sun when it opens its
mouth to embrace us.

I search for an island in my small canoe; from my forest of
shadows I discern a flame while the sea barks to me.

(Translation: Anthony Seidman)



Ταξιδεύω με τρένο κοιτάζοντας την Μεσόγειο.
Τι απόλαυση αυτή η θέα.

Εδώ αρχίζει ο κόσμος: Οι άγγελοι κάνουν μπάνιο
γυμνοί στην αφρισμένη θάλασσα.

Το σαλιγκάρι προχωράει προς την κορυφή χωρίς απρόοπτα.

Μια χορωδία από πέτρες μας τραγουδάει στο βαγόνι
Και τα τριαντάφυλλα φοράνε την μπλε φορεσιά τους
για να μπορέσουν να δουν τον ωκεανό χωρίς φόντο.

Στο τρένο η φτωχή μου σιωπή.

Πάντα επιστρέφω με υπερβολικά βιβλία στις βαλίτσες μου,
ταχυδρομικές κάρτες και την ουλή του χρόνου.

Έχω βρεθεί σε διάφορα τρένα όμως αυτό είναι το πιο όμορφο.

Δεν υπάρχει κανείς: μόνο μια τηλεόραση που δεν με βλέπει και ένα
φεγγάρι που δεν φωτίζει.

Η θάλασσα είναι γυμνή και είναι ο δρόμος μου.

Η αγέλη των σκύλων βρίσκεται μακριά και αυτός ο αέρας με καθαρίζει
με τις γραμμές του ορίζοντα.

Δεν υπάρχει κανένας, το μάτι μου είναι ένας μεγεθυντικός φακός που
δραπετεύει κάτω από τα πεύκα που μεγαλώνουν στην θάλασσα.

Ποτέ δεν είδα πεύκα πιο όμορφα, ψιλόλιγνα και ειρηνικά
πλέουν προς μια άλλη λευκότητα.
Εδώ δεν υπάρχουν δέντρα για να ρίξεις, μόνο βλέφαρα που
αποφεύγουν την αιχμαλωσία των πετρωμάτων.
Εδώ τραγουδούν οι ενταφιασμένες πέτρες,
οι νεκροί που θυμούνται τα μεγάλα
καράβια χαμένα στην ανοιχτή θάλασσα.

Δεν μιλώ για το τριαντάφυλλο που επιπλέει
αλλά για το τριαντάφυλλο
που ακούει το νερό.
Το τριαντάφυλλο που είναι μπλε και είναι η ρωγμή, το κατάρτι και το σχοινί
του ουρανού.
Ο ουρανός μας βλέπει και μας γράφει, δεν χρειαζόμαστε
να του πούμε τίποτα.

Ο ουρανός έχει λουλούδια και μιλάει με άλλο τρόπο:
Η ευωδιά του έρχεται από τα συμπλέγματα των νησιών,
από την ομίχλη που ακτινοβολεί ο ήλιος όταν
ανοίγει το στόμα του για να μας αγκαλιάσει.

Ψάχνω ένα νησί με το μικρό κανό μου,
από το δάσος μου των σκιών διακρίνω
μια φλόγα ενώ μου κραυγάζει η θάλασσα.

(Μετάφραση: Ιωάννης Κανάκης/Ioannis Kanakis)



Viajo en tren mirando el mar mediterráneo.
Qué delicia esta vista.

Aquí comienza el mundo: los ángeles se bañan desnudos
en el espumoso mar.

El caracol avanza hacia la cima sin contratiempos.

Un coro de piedras nos canta en el vagón
y las rosas se levantan su traje azul
para poder ver el océano sin fondo.

En el tren mi pobre silencio.

Siempre vuelvo con demasiados libros en mis maletas,
tarjetas postales y la cicatriz del tiempo.

He estado en varios trenes pero este es el más bello.

No hay nadie: solo un televisor que no me mira y una
luna que no se siente.

El mar está desnudo y es mi camino.

La jauría está lejos de mí, y este aire me limpia
con los hilos del horizonte.

No hay nadie aquí, mi ojo es una lupa
que se escabulle bajo los pinos
que crecen en el mar.

Nunca vi pinos más hermosos, largos y serenos
navegan hacia otro blancor.

Aquí no hay árboles que tumbar,
solo párpados que sortean el cautiverio de las rocas.
Aquí cantan las piedras enterradas,
los muertos que recuerdan los grandes
barcos perdidos en alta mar.

No hablo de la rosa que flota sino de la rosa que oye el agua.
La rosa que es azul y es la grieta, la asta y el cordel del cielo.
El cielo nos mira y nos escribe, no necesitamos decirle nada.

El cielo tiene flores y habla de otra manera:
su fragancia viene de las redes de las islas,
de la bruma que irradia el sol cuando
abre su boca para abrazarnos.

Busco una isla con mi canoa pequeña,
desde mi bosque de sombras diviso
una llama mientras me ladra el mar.

The Poet

Miguel-Angel Zapata, professor of Latin American literature at Hofstra University (New York) is one of the most innovative poets of his generation in Peru and one of Latin America’s most influential voices today. Among his most recent books are the celebrated La iguana de Casandra (F.C.E., 2021), Cancha de arcilla (Summa, 2021), Un árbol cruza la ciudad (El Tucán de Virginia, 2020), A Tree Crossing the City (Bilingual Edition, New York, 2019) Hoy día es otro mundo (Granada, 2015) and La Nota 13 (Bogotá, 2015). He has also published: La ventana y Once poemas (Mexico, 2014), Ensayo sobre la rosa (Lima, 2010), Un pino me habla de la lluvia (Lima, 2007), El cielo que me escribe (Mexico, 2002), Cuervos (Mexico, 2003), among others. His poetry has been translated into English, French, Italian, Portuguese, and Russian. He has also published essays on poetry and art, as well as translations of English poetry into Spanish.