Vangelis Tasiopoulos, Greece


Vangelis Tasiopoulos, Greece

The Poems


Hunched day and night over exercises and calculations.
Studying the mirror’s reflection
and nodding at the seabirds.
Kept the larks as collateral in the foreign earth
so that they salvage the other sky.

Past is too abundant to carve
onto the butterfly’s heart;
a rock leans whereon they tie the jewlery
and ideal riders are lost on the path.
Opposite to you the light putrefies
and she unscathed
estivates at precipices
sweetens her insanity
she schemes, returns, wins inside you.

Then the commotion expands—with all connotations
of this martial attribute—
occupies wholly
the still image
in a conjecture stale
it wails chronicling
the species of history.

Attire fitting and stance necessarily formal,
so the exact place inside the palace is declared.
As for the consequences,
sufficient are the absconded profits and silence,
just like the manuals foretold:
to essay head-on as victor
with the certainty of the defeated
who leaves behind Alexandria
out of fear.

(The strays of the fictitious line, 2019)



Σκύβει νυχθημερόν σε ασκήσεις και υπολογισμούς.
Μελετά του κάτοπτρου το αντιφέγγισμα
και γνέφει στα θαλασσοπούλια.
Κράτησε τους κορυδαλλούς ενέχυρο στο ξένο χώμα
τον άλλο ουρανό να περισώσουν.

Είναι πολύ το παρελθόν για να σκαλίσεις
στης πεταλούδας την καρδιά·
γέρνει ένας βράχος που δένουν τα κοσμήματα
κι ιδανικοί αναβάτες χάνονται στο ντορό.
Απέναντί σου σήπεται το φως
κι εκείνη αλώβητη
παραθερίζει στους γκρεμούς
γλυκαίνει την παραφροσύνη της
βυσσοδομεί, επανέρχεται, νικά εντός σου.

Τότε η ταραχή εξαπλώνεται –μ’ ότι σημαίνει
η πολεμική ιδιότητα –
καταλαμβάνει πλήρως
το ακίνητο είδωλο
σε μια εικασία έωλη
οδύρεται χρονολογώντας
της ιστορίας τα είδη.

Ενδυμασία κατάλληλη και στάση απαραιτήτως τυπική,
έτσι να δηλώνεται επακριβώς η θέση στο ανάκτορο.
Όσο για τις επιπτώσεις,
αρκούν τα διαφυγόντα κέρδη κι η σιωπή,
όπως ακριβώς προβλέπεται στα εγχειρίδια:
να επιχειρείς ως νικητής κατά μέτωπο
με τη σιγουριά του ηττημένου που
αφήνει πίσω του την Αλεξάνδρεια
από φόβο.

(Τα αδέσποτα της νοητής γραμμής, 2019)

* * *


Amongst the gods squawk seagulls of the Aegean Sea
the rub their beaks in the rust of history
they linger for a while on the tiers
then off they go again towards the ruins of the ancient republic.
In my hands I hold ordinary materials
some potsherds of letters
useful names as prey for the salt and wind.
I have no wounds
what survived was the wrong end on the ship
the bitterness of the highlander stoker
with the scribble and the anguish in words
the Easter that passed.
Convives by now
they lay sails on the sea and empty clothes
to provide footing for bare feet
near seaweeds and coastal fish.
You say I should repose
I should restore the nepenthes
just for the sake of the dead
their bubbles to find
in anapests songs shared.
Yet the highlander’s shadow
is now laying on us heavy,
looms over us
as god and acrobat seagull
that builds with light earthly heavens.
The ancient marbles remained
expensive dormitories of the reptiles
an image transparent in the merchant’s brew
as if god had no species
as if from the sea you couldn’t see the stars.

(Acherusia the sea, 2019)



Στούς θεούς ἀνάμεσα κρώζουν οἱ γλάροι τοῦ Αἰγαίου
τρίβουν τά ράμφη τους μέ τή σκουριά τῆς ἱστορίας
μένουν γιά λίγο στά διαζώματα
καί δῶς του πάλι γιά τά ἐρείπια τῆς ἀρχαίας πολιτείας.
Κρατῶ στά χέρια μου συνηθισμένα ὑλικά
κάτι σπαράγματα γραμμάτων
ὀνόματα χρήσιμα βορά στό ἁλάτι καί τόν ἄνεμο.
Δέν ἔχω πληγές
ὅ,τι ἐπιβίωσε ἦταν τό λάθος τέλος στό καράβι
ἡ πίκρα τοῦ ὀρεσίβιου θερμαστῆ
μέ τή μουτζούρα καί τό βάσανο στά λόγια
τή Λαμπρή πού πέρασε.
Συνδαιτυμόνες τώρα πιά
στρώνουν πανιά στή θάλασσα καί ἄδεια ροῦχα
νά βροῦν πατήματα πόδια ξυπόλητα
κοντά σέ φύκια καί ἀφρόψαρα.
Νά γαληνέψω λές
τά νηπενθῆ νά ἀποκαταστήσω
ἔτσι γιά χάρη τῶν νεκρῶν
οἱ φυσαλίδες τους νά βροῦν
σέ ἀνάπαιστους τραγούδια μοιρασμένα.
Ὅμως τοῦ ὀρεσίβιου ἡ σκιά
μᾶς ἔχει πιά βαρύνει,
στέκει ἀπό πάνω μας
θεός καί ἀκροβάτης γλάρος
πού χτίζει μέ τό φῶς γῆς παραδείσους.
Μείνανε τ’ ἀρχαῖα μάρμαρα
κοιτῶνες ἀκριβοί τῶν ἑρπετῶν
εἰκόνα διάφανη σ’ ἀφέψημα ἐμπόρων
σάν νά μήν ἔχει εἶδος ὁ θεός
σάν νά μή βλέπεις ἀπ’ τή θάλασσα τ’ ἀστέρια.

(Αχερουσία η θάλασσα, 2019)


The Poet

Vangelis Tasiopoulos was born in Meligalas, Messinia in 1959. He studied Pedagogy, Special Education and Greek Culture. He has  specialized in the education of children with mental retardation and multiple disabilities – brain paralysis and has worked in special education schools. He published poems, essays, scientific articles, and books for children. His poems have been translated into English, Slavmacedonian, Italian, Spanish and have been included in anthologies in Greece and abroad. He taught at the Aristotle University of Thessaloniki, at teacher training seminars and workshops: Literature, Poetry Teaching and Creative Writing. He is chairman of the Thessaloniki Authors Society.


Ο Βαγγέλης Τασιόπουλος γεννήθηκε στον Μελιγαλά της Μεσσηνίας το 1959. Δημοσίευσε οκτώ ποιητικές συλλογές, δοκίμια, μελέτες, επιστημονικά άρθρα,
καθώς και δέκα βιβλία για παιδιά. Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα Αγγλικά, Σλαβομακεδονικά, Ιταλικά, Ισπανικά και έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Συνεργάζεται συστηματικά με λογοτεχνικά και επιστημονικά περιοδικά. Είναι Πρόεδρος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Τα ποιητικά του βιβλία: Ἡ ἐποχὴ τῆς Ἄνοιξης, 1983, Τὸ Νέον τῆς Ὁδοῦ, 1987, Τὸ δάκρυ τοῦ Πολύφημου, 1992, Ἡ μνήμη τῆς σιωπῆς, 1995, Γράνα, 2007, Οι μπαλάντες των εύχρηστων πραγμάτων, 2017, Ἀχερουσία ἡ θάλασσα, 2019, Τα αδέσποτα της νοητής γραμμής, 2019.